Ευαγγελία Ανδρεδάκη

Published on 1 February 2013 at 10:00

-Βαγγελιώ, καλησπέρα! Για να ξεκινήσουμε πες μας λίγα λόγια για εσένα.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα αλλά μεγάλωσα στο Πλακιά. Τώρα είμαι 23 χρονών, έχω τελειώσει νηπιαγωγός και δουλεύω σε φροντιστήριο αγγλικών.

 

-Πώς γνώρισες τον Χριστό;

«Από μικρή. Έχω άλλα 3 αδέλφια που όταν γεννήθηκα ήταν ήδη πιστά, κι η μητέρα μου είναι πιστή, κι έτσι ερχόμουν πάντα στην εκκλησία». 

 

-Ο μπαμπάς σου;

«Όχι, μόνο ο πατέρας μου δεν έρχεται στην εκκλησία».


-Εσένα σε άφηνε να πηγαίνεις; 

«Ναι, δεν μου είπε ποτέ κάτι για την εκκλησία κακό ή να μην με αφήσει να πάω».


-Στο σπίτι δηλαδή δεν είχατε διαφωνίες για το θέμα της εκκλησίας;

«Μπα, όχι. Ποτέ δεν είχαμε προβλήματα για αυτό το θέμα. Απλά είναι ένα περίεργο συναίσθημα, δεν ξέρω πώς να το πω, όταν ο ένας πιστεύει κι άλλος δεν πιστεύει, είναι σαν να νιώθεις μισή, δεν ξέρω πώς να το διατυπώσω τώρα αυτό. Θα ήθελα στο σπίτι να είναι ένα περιβάλλον πιο αρμονικό. Σο μόνο που ας πούμε θα ήθελα να έχω, είναι αυτό που λένε ότι ετοιμαζόμαστε όλοι μαζί και πάμε σαν οικογένεια εκκλησία. Αυτό δεν έζησα ποτέ και το ζήλευα πάντα αυτό. Κι επίσης ζήσαμε με την μητέρα μου στην αρχή κάποια δύσκολα χρόνια στο θέμα της μετακίνησης. Επειδή μέναμε στο χωριό μακριά από την εκκλησία κι ήμασταν μόνο οι δύο μας γιατί τα αδέλφια μου μένανε όλα Αθήνα, ερχόμασταν εκκλησία μόνο Κυριακές, και θυμάμαι ότι δεν είχε συχνά λεωφορεία κι ερχόμασταν πάρα πολύ πρωί και περιμέναμε αρκετές ώρες μέχρι να ξεκινήσει η εκκλησία, και το μεσημέρι πάλι ξανά περιμέναμε πολλές ώρες για να γυρίσουμε πάλι πίσω! Αργότερα βέβαια, όταν ήμουν νομίζω στο Γυμνάσιο, πίστεψε κι η θεία μου κι ερχόμασταν μαζί και Τετάρτες και Παρασκευές, αλλά η αρχή ήταν δύσκολη».


-Πνευματικά πώς ήταν; Αναγεννήθηκες κάποια στιγμή;  Έλαβες Πνεύμα Άγιο; Τί έγινε; 

«Ναι. Κάποια στιγμή όταν ήμουν περίπου 10 χρονών, ήταν μία περίοδος που είχα αρχίσει να προσεύχομαι λίγο παραπάνω, να διαβάζω λίγο περισσότερο, και τότε άρχισα να ζητάω και το Πνεύμα το Άγιο. Βέβαια άκουγα πολλούς που έλεγαν ότι το λαβαίνουν με πάρα πολύ δύναμη, κι επειδή φοβόμουν προσευχόμουν εγώ να το λάβω χωρίς δύναμη! Και πράγματι στην προσευχή μου κάποια στιγμή άρχισα να μιλάω ξένες γλώσσες! 'Όμως η μητέρα μου είχε αμφιβολίες αν όντως έχω λάβει το Πνεύμα το Άγιο. Έτσι λοιπόν κάποια Χριστούγεννα είχαμε πάει Αθήνα στην εκκλησία της Πετρούπολης, και στο τέλος της συνάθροισης ο αδελφός κάλεσε όσους δεν είχαν λάβει Πνεύμα Άγιο να γονατίσουν μπροστά να προσευχηθούν. Εγώ δεν ήθελα να πάω γιατί έλεγα ότι δεν χρειάζεται να πάω αφού έχω Πνεύμα Άγιο! Όμως η μαμά μου επέμενε κι έτσι πήγα μπροστά! Τότε στην προσευχή με επισκέφτηκε ο Κύριος με δύναμη, κι έτσι πείστηκε κι η μητέρα μου ότι είχα λάβει το Πνεύμα το Άγιο!


-Υποθέτω ότι τότε βαπτίστηκες και στο νερό;
«Ναι τότε πήρα και την απόφαση να βαπτιστώ στο νερό».


-Επειδή από μικρή έβλεπες την διαφορά στην πίστη από τα άλλα παιδιά, δεν ήρθε κάποια στιγμή που να αναρωτηθείς ότι αυτό που πιστεύεις μήπως είναι λάθος; Να ζητήσεις κάποια επιβεβαίωση;

«Όχι. Δεν είχα ποτέ τέτοιες ανησυχίες ή αμφιβολίες».

 

-Στο χωριό μεγαλώνεις μόνη πιστή. Είναι δύσκολα; Στο σχολείο ας πούμε.

«Στο σχολείο έμεινα στο χωριό μέχρι το Γυμνάσιο γιατί το Λύκειο το έκανα στην Αθήνα, αλλά δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα».

 

-Οι φίλοι σου γενικά, είτε στο σχολείο οι συμμαθητές σου ή στην σχολή, ήξεραν τι πιστεύεις;

«Εγώ πιστεύω ότι ήξεραν. Βέβαια ποτέ δεν τους είπα κάτι, αλλά σίγουρα στο χωριό πιστεύω ότι το ήξεραν ότι κάτι διαφορετικό πιστεύουμε. Δεν μου έκαναν όμως ποτέ καμία αναφορά ή να μου πουν κάτι».


-Δεν τους είχες ομολογήσει ποτέ δηλαδή;

«Έτσι όπως το εννοείς όχι. Μόνο γενικά όταν μιλάγαμε για τον Θεό έλεγα την άποψή μου και το τι πιστεύω. Μια φορά ας πούμε θυμάμαι που λέγαμε για τις νηστείες και τέτοια, σε τέτοιες περιπτώσεις κάτι μπορεί να έλεγα».

 

-Σου έλεγαν να κάνεις πράγματα που πιθανόν να μην ήθελες να κάνεις;

«Μου λέγανε, πάμε εδώ, πάμε εκεί, να βγούμε, να κάνουμε, τους είχα εξηγήσει στην αρχή ότι εγώ δεν βγαίνω και δεν κάνω διάφορα πράγματα, οπότε κάποια στιγμή απλώς σταμάτησαν να μου λένε. Δεν αποκόπηκα βέβαια από τα παιδιά, να πάω δηλαδή στο άλλο άκρο, απλά όλα έγιναν με ένα μέτρο».


-Δεν σε ρωτάγανε για την εμφάνιση σου;

«Ε, ναι. Με την φούστα είχα ένα θέμα, γιατί μου έλεγαν «γιατί δεν φοράς ένα παντελόνι, θα σου πηγαίνει ένα παντελόνι», όμως κάποια στιγμή σταμάτησαν να μου το λένε, ίσως κατάλαβαν ότι αυτό είναι το στυλ μου».


-Μου είπες πήγες Αθήνα για το Λύκειο. Πνευματικά πώς ήταν αυτή η αλλαγή; Σε βοήθησε ή όχι;

«Στην Αθήνα ήταν πολύ καλά. Έμενα στην αδελφή μου και πηγαίναμε στην εκκλησία της Καλλιθέας. Μου άρεσε πάρα πολύ, γιατί κάναμε πράγματα. Δεν ήταν μόνο η εκκλησία αλλά και προσευχές, και συμμελέτες, και νεολαίες… Μου άρεσε πολύ και συμμετείχα, και γενικά με βοήθησε πολύ».


-Στην Αθήνα δίνεις και Πανελλήνιες; Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

«Πολύ άγχος! Πολύ κλάμα, πολύ προσευχή! Είχα πιεστεί πολύ εκείνη την περίοδο!»

-Με τα φροντιστήρια έχανες εκκλησία;

«Όχι ποτέ. Σο φροντιστήριο τέλειωνε στις 7, οπότε και εκκλησία πήγαινα, και στις δραστηριότητες συμμετείχα. Δεν ήθελα δηλαδή να μείνω πίσω και να απομονωθώ»!


-Και το αποτέλεσμα;

«Το αποτέλεσμα ήταν να περάσω Ρέθυμνο! Ήταν η πέμπτη μου επιλογή, κι η αλήθεια ήταν ότι ήθελα Αθήνα, και περίμενα ότι θα περάσω σε κάποια από τις πρώτες μου επιλογές! Κι όταν γύρισα ήμουν πολύ στενοχωρημένη! Κι όταν ένα βράδυ ήμουν μόνη μου κι έκλαιγα και προσευχόμουν, είχα ανοιχτό τον σταθμό κι ο αδελφός που μιλούσε είπε ότι «είμαστε παιδιά Θεού και ο Κύριος μας πάει όπου θέλει. Άλλες φορές θέλει και μας ανεβάζει εδώ, άλλες φορές μας κατεβάζει εκεί»… Και τότε έβαλα τα κλάματα και κατάλαβα ότι ο Θεός ήθελε να περάσω εδώ. Γενικά ο Θεός ξέρει ποιο είναι το καλύτερο για εμάς. Γιατί και την πρώτη φορά όταν ανέβηκα Αθήνα, δεν ήθελα να ανέβω, και την δεύτερη φορά όταν κατέβηκα Ρέθυμνο δεν ήθελα να κατέβω. Όμως και στις δύο περιπτώσεις αποδείχτηκε ότι τελικά ήταν καλό αυτό που έγινε!»


-Έχοντας ζήσει και σε μεγάλη εκκλησία στην Καλλιθέα, και στην μικρή εκκλησία του Ρεθύμνου, τι είναι ποιο δύσκολο; Που είναι ποιο δύσκολα να σταθείς;

Εγώ πιστεύω ότι αν θέλεις να είσαι σωστή, θα είσαι όπου και να είσαι. Δεν έχει να κάνει με το περιβάλλον. Σίγουρα όμως σε μια μεγάλη εκκλησία με πολλές δραστηριότητες, είναι ποιο εύκολο να σταθείς και να μην κάνεις κάποια πράγματα. Αν είσαι μόνη είναι ποιο δύσκολο».


-Πες μου κάτι τελευταίο για να κλείσουμε, Πώς βλέπεις την σημερινή πνευματική κατάσταση γύρω σου; ΢τους νέους, στην εκκλησία; 

«Κοίτα, νομίζω ότι ο καθένας κάνει τον αγώνα του για να αυξηθούμε σαν εκκλησία. Δεν μπορούμε να περιμένουμε από τους άλλους να είναι σούπερ πνευματικοί για να πούμε ότι τότε θα ξεκινήσουμε κι εμείς να πάρουμε μπροστά. Πρέπει ο καθένας να κάνει το μέρος του, να προσεύχεται να διαβάζει και από εκεί και πέρα όλοι θα έχουμε μία πορεία ανοδική».


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Christianiteen" τον Φεβρουάριο του 2013


«   »